σάτιλλα

Α
(κατά τον Ησύχ.) «Πλειάς, τὸ ἄστρον».
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. σατίνη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σατίνη — ἡ, Α πολεμικός δίφρος, πολεμικό άρμα («ζυγίους ζεύξασα θεὰ σατίνας», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για φρυγικό δάνειο (πρβλ. αρμεν. sayl «άρμα»). Ο τ. συνδέεται με τον τ. σάτιλλα «Πλειάς», επειδή ο αστερισμός έμοιαζε με άρμα, και ανάγεται πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • k̂at- —     k̂at     English meaning: to fight; battle     Deutsche Übersetzung: “kämpfen”     Material: O.Ind. sütáyati “haut together, wirft low, base”; sátru m. “Besieger, fiend”; Gaul. catu “fight, struggle” in GN Catu rīx ‘schlachtenkönig”, O.Ir.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.